die zeitung
zeitung
t͡saɪ̯tʊng
tsaitoong

Ορισμός και σημασία του "zeitung"στα γερμανικά

01

εφημερίδα, περιοδικό

Gedruckte oder digitale Nachrichten und Informationen auf Papier 
die Zeitung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Zeitungen
γενική πτώση
Zeitung
Παραδείγματα
Ich lese jeden Morgen die Zeitung. 

Διαβάζω την εφημερίδα κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store