Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wirbeln
01
στροβιλίζω, περιστρέφομαι γρήγορα
Etwas schnell im Kreis bewegen oder sich schnell drehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirble
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirbelt
ενεστώτα μετοχή
wirbelnd
απλός αόριστος
wirbelte
παθητική μετοχή
gewirbelt
Παραδείγματα
Der Wind wirbelt die Blätter durch die Luft.
Ο άνεμος στροβιλίζει τα φύλλα στον αέρα.



























