Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wirbeln
[past form: wirbelte]
01
στροβιλίζω, περιστρέφομαι γρήγορα
Etwas schnell im Kreis bewegen oder sich schnell drehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirble
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirbelt
ενεστώτα μετοχή
wirbelnd
απλός αόριστος
wirbelte
παθητική μετοχή
gewirbelt
Παραδείγματα
Der Staub wirbelte auf, als der Lastwagen vorbeifuhr.
Η σκόνη στροβιλίστηκε καθώς πέρασε το φορτηγό.



























