wirbeln
Pronunciation
/ˈvɪʁbl̩n/

Ορισμός και σημασία του "wirbeln"στα γερμανικά

wirbeln
[past form: wirbelte]
01

στροβιλίζω, περιστρέφομαι γρήγορα

Etwas schnell im Kreis bewegen oder sich schnell drehen
wirbeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirble
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirbelt
ενεστώτα μετοχή
wirbelnd
απλός αόριστος
wirbelte
παθητική μετοχή
gewirbelt
Παραδείγματα
Der Staub wirbelte auf, als der Lastwagen vorbeifuhr.
Η σκόνη στροβιλίστηκε καθώς πέρασε το φορτηγό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store