Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
winken
[past form: winkte]
01
χαιρετώ με το χέρι, κάνω νόημα
Durch Hand- oder Armbewegung ein Zeichen geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
winke
γ΄ ενικό πρόσωπο
winkt
ενεστώτα μετοχή
winkend
απλός αόριστος
winkte
παθητική μετοχή
gewinkt
Παραδείγματα
Der Polizist winkt dem Auto, anzuhalten.
Ο αστυνομικός κάνει νόημα στο αυτοκίνητο να σταματήσει.



























