winken
Pronunciation
/ˈvɪŋkən/

Ορισμός και σημασία του "winken"στα γερμανικά

winken
[past form: winkte]
01

χαιρετώ με το χέρι, κάνω νόημα

Durch Hand- oder Armbewegung ein Zeichen geben
winken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
winke
γ΄ ενικό πρόσωπο
winkt
ενεστώτα μετοχή
winkend
απλός αόριστος
winkte
παθητική μετοχή
gewinkt
Παραδείγματα
Der Polizist winkt dem Auto, anzuhalten.
Ο αστυνομικός κάνει νόημα στο αυτοκίνητο να σταματήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store