wiegen
wiegen
vi:gng
vigng
wegen

Ορισμός και σημασία του "wiegen"στα γερμανικά

wiegen
01

ζυγίζω, μετρώ το βάρος

Das Gewicht von etwas oder jemandem messen 
wiegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wiege
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiegt
ενεστώτα μετοχή
wiegend
απλός αόριστος
wog
παθητική μετοχή
gewogen
Παραδείγματα
Die Verkäuferin wiegt das Obst. 

Η πωλήτρια ζυγίζει τα φρούτα.

02

ζυγίζω, έχω συγκεκριμένο βάρος

Ein bestimmtes Gewicht haben 
wiegen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Koffer wiegt 23 Kilo. 

Η βαλίτσα ζυγίζει 23 κιλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store