Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wiegen
01
ζυγίζω, μετρώ το βάρος
Das Gewicht von etwas oder jemandem messen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wiege
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiegt
ενεστώτα μετοχή
wiegend
απλός αόριστος
wog
παθητική μετοχή
gewogen
Παραδείγματα
Die Verkäuferin wiegt das Obst.
Η πωλήτρια ζυγίζει τα φρούτα.
02
ζυγίζω, έχω συγκεκριμένο βάρος
Ein bestimmtes Gewicht haben
Παραδείγματα
Der Koffer wiegt 23 Kilo.
Η βαλίτσα ζυγίζει 23 κιλά.



























