wesentlich
Pronunciation
/ˈveːzn̩tlɪç/

Ορισμός και σημασία του "wesentlich"στα γερμανικά

wesentlich
01

ουσιαστικός, θεμελιώδης

Von grundlegender Bedeutung
wesentlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wesentlichsten
συγκριτικός βαθμός
wesentlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ausreichender Schlaf spielt eine wesentliche Rolle für das Immunsystem.
Ο επαρκής ύπνος παίζει σημαντικό ρόλο για το ανοσοποιητικό σύστημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store