Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wertstoffhof
01
κέντρο ανακύκλωσης, σημείο συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών
Ein Ort, wo man Müll und recycelbare Materialien abgeben kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wertstoffhof(e)s
πληθυντικός τύπος
Wertstoffhöfe
Παραδείγματα
Ich bringe meinen Müll zum Wertstoffhof.
Παίρνω τα σκουπίδια μου στο κέντρο ανακύκλωσης.



























