der wertstoffhof
wert
ˈve:ɐ̯
βε
stoff
ʧtɔf
τστοφ
hof
ˌho:f
χοφ

Ορισμός και σημασία του "wertstoffhof"στα γερμανικά

Der Wertstoffhof
01

κέντρο ανακύκλωσης, σημείο συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών

Ein Ort, wo man Müll und recycelbare Materialien abgeben kann 
der Wertstoffhof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wertstoffhöfe
γενική πτώση
Wertstoffhof(e)s
Παραδείγματα
Ich bringe meinen Müll zum Wertstoffhof. 

Παίρνω τα σκουπίδια μου στο κέντρο ανακύκλωσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store