Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wenn
01
αν, όταν
Leitet eine Bedingung oder Voraussetzung ein
Παραδείγματα
Besuch mich, wenn du Zeit hast!
Επισκέψου με όταν έχεις χρόνο!
02
κάθε φορά που
Beschreibt wiederkehrende Zeitpunkte
Παραδείγματα
Wenn Winter ist, tragen wir dicke Jacken.
Όταν είναι χειμώνας, φοράμε χοντρά μπουφάν.


























