wenig
we
ˈve:
ve
nig
nɪk
nik
wendig

Ορισμός και σημασία του "wenig"στα γερμανικά

01

λίγο, μικρός

In kleiner Menge oder Zahl 
wenig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wenigsten
συγκριτικός βαθμός
weniger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Menge, Quantität, Ressourcen
Παραδείγματα
Ich habe wenig Geld. 

Έχω λίγα χρήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store