Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Welle
[gender: feminine]
01
κύμα, κυματισμός
Eine sich bewegende Form auf der Oberfläche von Wasser, meist verursacht durch Wind oder andere Kräfte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Welle
πληθυντικός τύπος
Wellen
Παραδείγματα
Die Welle schwemmte Muscheln an den Strand.
Το κύμα ξέπλυνε κοχύλια στην παραλία.



























