weich
Pronunciation
/vaɪ̯ç/

Ορισμός και σημασία του "weich"στα γερμανικά

01

μαλακός, απαλός

Nicht hart, leicht zu drücken oder zu biegen
weich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weicheste-
συγκριτικός βαθμός
weicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat eine weiche Haut.
Έχει απαλό δέρμα.
02

ώριμος, μαλακός

Reif oder angenehm zum Essen
weich definition and meaning
Παραδείγματα
Die Frucht ist weich und saftig.
Το φρούτο είναι μαλακό και ζουμερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store