Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wegschmeißen
01
etwas wegwerfen, weil man es nicht mehr braucht oder es kaputt ist , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weg
βασικό ρήμα
schmeißen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
schmiss weg
παθητική μετοχή
weggeschmissen
Παραδείγματα
Ich habe das Radio weggeschmissen, weil es nicht mehr funktionierte.



























