warten
warten
vaɐtn
vatn
waltenwatenwarnenwerten

Ορισμός και σημασία του "warten"στα γερμανικά

warten
01

περιμένω, αναμένω

Zeit verbringen, bis etwas passiert oder jemand kommt 
warten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
warte
γ΄ ενικό πρόσωπο
wartet
ενεστώτα μετοχή
wartend
απλός αόριστος
wartete
παθητική μετοχή
gewartet
Παραδείγματα
Ich warte. 

Εγώ περιμένω.

02

επισκευάζω, συντηρώ

Eine Maschine reparieren oder kontrollieren 
warten definition and meaning
Παραδείγματα
Er wartet das Auto. 

Αυτός συντηρεί το αυτοκίνητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store