warnen
warnen
vaɐnən
vanēn
warten

Ορισμός και σημασία του "warnen"στα γερμανικά

warnen
01

προειδοποιώ, προσέχω

Jemanden über eine Gefahr oder ein Risiko informieren, um Schaden zu verhindern 
warnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
warne
γ΄ ενικό πρόσωπο
warnt
ενεστώτα μετοχή
warnend
απλός αόριστος
warnte
παθητική μετοχή
gewarnt
Παραδείγματα
Der Lehrer warnte die Schüler vor dem Betrug. 

Ο δάσκαλος προειδοποίησε τους μαθητές για την απάτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store