Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
warnen
01
προειδοποιώ, προσέχω
Jemanden über eine Gefahr oder ein Risiko informieren, um Schaden zu verhindern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
warne
γ΄ ενικό πρόσωπο
warnt
ενεστώτα μετοχή
warnend
απλός αόριστος
warnte
παθητική μετοχή
gewarnt
Παραδείγματα
Sie warnte ihn davor, allein zu gehen.
Τον προειδοποίησε να μην πάει μόνος.



























