warnen
Pronunciation
/ˈvaʁnən/

Ορισμός και σημασία του "warnen"στα γερμανικά

warnen
01

προειδοποιώ, προσέχω

Jemanden über eine Gefahr oder ein Risiko informieren, um Schaden zu verhindern
warnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
warne
γ΄ ενικό πρόσωπο
warnt
ενεστώτα μετοχή
warnend
απλός αόριστος
warnte
παθητική μετοχή
gewarnt
Παραδείγματα
Sie warnte ihn davor, allein zu gehen.
Τον προειδοποίησε να μην πάει μόνος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store