der Wald
Pronunciation
/valt/

Ορισμός και σημασία του "wald"στα γερμανικά

01

δάσος, δρυμός

Ein großes Gebiet mit vielen Bäumen, Pflanzen und Tieren
der Wald definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wald(e)s
πληθυντικός τύπος
Wälder
Παραδείγματα
Dieser Wald gehört der Gemeinde.
Αυτό το δάσος ανήκει στην κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store