die waffel
wa
ˈva
va
ffel
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "waffel"στα γερμανικά

01

βάφλα, γκοφρέτα

ein leichtes, knuspriges Gebäck, das in einem speziellen Eisen gebacken wird 
die Waffel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Waffeln
γενική πτώση
Waffel
Παραδείγματα
Die Waffel ist warm und lecker. 

Το βάφλ είναι ζεστό και νόστιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store