waagerecht
Pronunciation
/ˈvaːɡəʀɛçt/

Ορισμός και σημασία του "waagerecht"στα γερμανικά

waagerecht
01

οριζόντιος, σε οριζόντια θέση

Parallel zur Erdoberfläche oder einer Bezugsebene verlaufend
waagerecht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am waagerechtesten
συγκριτικός βαθμός
waagerechter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Halten Sie die Kamera waagerecht.
Κρατήστε την κάμερα οριζόντια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store