Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorwerfen
01
επιπλήττω, κατηγορώ
Jemandem etwas Negatives sagen oder ihn kritisieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
werfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
werfe vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirft vor
ενεστώτα μετοχή
vorwerfend
απλός αόριστος
warf vor
παθητική μετοχή
vorgeworfen
Παραδείγματα
Freunde sollten sich nichts vorwerfen.
Οι φίλοι δεν πρέπει να κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τίποτα.



























