Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorteil
01
πλεονέκτημα, όφελος
Etwas, das günstig oder nützlich ist und jemandem einen Nutzen bringt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorteile
γενική πτώση
Vorteil(e)s
Παραδείγματα
Der große Vorteil dieser Methode ist die Zeitersparnis.
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι η εξοικονόμηση χρόνου.
LanGeek



























