der vorteil
vorteil
fo:ɐ̯taɛ̯l
fotael
vorurteil

Ορισμός και σημασία του "vorteil"στα γερμανικά

01

πλεονέκτημα, όφελος

Etwas, das günstig oder nützlich ist und jemandem einen Nutzen bringt 
der Vorteil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorteil(e)s
πληθυντικός τύπος
Vorteile
Παραδείγματα
Der große Vorteil dieser Methode ist die Zeitersparnis. 

Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι η εξοικονόμηση χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store