die vorschrift
vor
fo:ɐ
φο
schrift
ʃʁɪft
σριφτ

Ορισμός και σημασία του "vorschrift"στα γερμανικά

Die Vorschrift
01

κανονισμός, προδιαγραφή

Eine offizielle Regel, die befolgt werden muss 
die Vorschrift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vorschriften
γενική πτώση
Vorschrift
Παραδείγματα
Die Sicherheitsvorschriften müssen eingehalten werden. 

Οι κανονισμοί ασφαλείας πρέπει να τηρούνται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store