Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorsicht
01
Προσοχή!, Πρόσεχε!
Ein Wort, das man benutzt, um jemandem zu sagen, dass er vorsichtig sein soll
Παραδείγματα
Vorsicht! Der Boden ist nass.
Προσοχή! Το πάτωμα είναι βρεγμένο.
Die Vorsicht
01
προφύλαξη, προσοχή
Ein Verhalten, bei dem man aufmerksam ist, um Risiken zu vermeiden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vorsicht
Παραδείγματα
Man braucht beim Schneiden viel Vorsicht.
Απαιτείται πολλή προσοχή κατά την κοπή.



























