Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorsicht
01
Προσοχή!, Πρόσεχε!
Ein Wort, das man benutzt, um jemandem zu sagen, dass er vorsichtig sein soll
Παραδείγματα
Vorsicht! Die Tür schließt automatisch.
Προσοχή! Η πόρτα κλείνει αυτόματα.
Die Vorsicht
[gender: feminine]
01
προφύλαξη, προσοχή
Ein Verhalten, bei dem man aufmerksam ist, um Risiken zu vermeiden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vorsicht
Παραδείγματα
In der Küche ist Vorsicht sehr wichtig.
Η προσοχή είναι πολύ σημαντική στην κουζίνα.



























