der vorsatz
vor
fo:ɐ
φο
satz
sats
σατσ
vorsitz

Ορισμός και σημασία του "vorsatz"στα γερμανικά

01

απόφαση, σταθερή πρόθεση

Ein fester Plan oder Entschluss, etwas Bestimmtes zu tun 
der Vorsatz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorsätze
γενική πτώση
Vorsatzes
Παραδείγματα
Mein Vorsatz fürs neue Jahr ist, mehr Sport zu treiben. 

Η απόφασή μου για το νέο έτος είναι να κάνω περισσότερο άθλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store