Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vornehm
01
διακεκριμένος, ευγενής
Von gehobener gesellschaftlicher Stellung oder mit exklusivem, distinguiertem Charakter
Παραδείγματα
Das Hotel hat eine vornehme Atmosphäre.
Το ξενοδοχείο έχει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα.
02
ευγενής, αριστοκρατικός
Von zurückhaltender, respektvoller und kultivierter Art im Verhalten
Παραδείγματα
Ihr vornehmer Umgang mit Kritik ist bewundernswert.
Η αξιοπρεπής αντιμετώπιση της κριτικής της είναι αξιοθαύμαστη.


























