Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vornehm
01
διακεκριμένος, ευγενής
Von gehobener gesellschaftlicher Stellung oder mit exklusivem, distinguiertem Charakter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vornehmsten
συγκριτικός βαθμός
vornehmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er kommt aus einer vornehmen Familie.
Έρχεται από μια εξαίρετη οικογένεια.
02
ευγενής, αριστοκρατικός
Von zurückhaltender, respektvoller und kultivierter Art im Verhalten
Παραδείγματα
Er lehnte die Einladung mit vornehmer Höflichkeit ab.
Απέρριψε την πρόσκληση με εξαίρετη ευγένεια.



























