vorläufig
vorläufig
fo:ɐ̯lɔɪ̯fɪk
foloyfik

Ορισμός και σημασία του "vorläufig"στα γερμανικά

vorläufig
01

προσωρινός, προσωρινός

Nicht endgültig 
vorläufig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zeit, Entscheidung, Status
Παραδείγματα
Dies ist nur eine vorläufige Entscheidung. 

Αυτή είναι μόνο μια προσωρινή απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store