Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorlesen
01
διαβάζω δυνατά, αναγνώσκω
Einen Text laut für andere sprechen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
lesen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lese vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
liest vor
ενεστώτα μετοχή
vorlesend
απλός αόριστος
las vor
παθητική μετοχή
vorgelesen
Παραδείγματα
Beim Treffen liest er das Protokoll vor.
Στη συνάντηση, διαβάζει το πρακτικό δυνατά.



























