die vorfahrt
vorfahrt
fo:ɐ̯fa:ɐ̯t
φοφατ

Ορισμός και σημασία του "vorfahrt"στα γερμανικά

01

προτεραιότητα, δικαίωμα διέλευσης

Das Recht, an einer Kreuzung oder Straße zuerst zu fahren 
die Vorfahrt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vorfahrten
γενική πτώση
Vorfahrt
Παραδείγματα
An dieser Kreuzung hat der Bus Vorfahrt. 

Σε αυτή τη διασταύρωση, το λεωφορείο έχει προτεραιότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vorfahrt

vor

+

fahrt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store