Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vorfahrt
01
προτεραιότητα, δικαίωμα διέλευσης
Das Recht, an einer Kreuzung oder Straße zuerst zu fahren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vorfahrt
πληθυντικός τύπος
Vorfahrten
Παραδείγματα
Er hat die Vorfahrt missachtet und einen Unfall verursacht.
Αγνόησε το προτεραίο και προκάλεσε ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
vorfahrt
vor
fahrt



























