die Vorfahrt
Pronunciation
/ˈfoːɐ̯faɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "vorfahrt"στα γερμανικά

01

προτεραιότητα, δικαίωμα διέλευσης

Das Recht, an einer Kreuzung oder Straße zuerst zu fahren
die Vorfahrt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vorfahrt
πληθυντικός τύπος
Vorfahrten
Παραδείγματα
Er hat die Vorfahrt missachtet und einen Unfall verursacht.
Αγνόησε το προτεραίο και προκάλεσε ατύχημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store