Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vordruck
[gender: masculine]
01
τυπωμένη φόρμα, έντυπη φόρμα
Ein vorgedrucktes Formular zum Ausfüllen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vordrucks
πληθυντικός τύπος
Vordrucke
Παραδείγματα
Ohne Vordruck kann der Antrag nicht bearbeitet werden.
Χωρίς το έντυπο, η αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία.
Λεξικό Δέντρο
vordruck
vor
druck



























