Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vordergründig
01
επιφανειακός, φαινομενικός
Nur oberflächlich oder dem ersten Anschein nach
Παραδείγματα
Die vordergründige Einigkeit der Partei verschleiert interne Machtkämpfe.
Η επιφανειακή ενότητα του κόμματος κρύβει εσωτερικές αγώνες για εξουσία.


























