Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vordergründig
01
επιφανειακός, φαινομενικός
Nur oberflächlich oder dem ersten Anschein nach
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vordergründigsten
συγκριτικός βαθμός
vordergründiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein Interesse war nur vordergründig – in Wirklichkeit wollte er Informationen sammeln.
Το ενδιαφέρον του ήταν μόνο vordergründig – στην πραγματικότητα, ήθελε να συλλέξει πληροφορίες.



























