Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voraussichtlich
01
αναμενόμενος, πιθανός
Auf Grundlage von Informationen oder Berechnungen erwartet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Der Zug wird voraussichtlich um 18 Uhr ankommen.
Το τρένο πιθανότατα θα φτάσει στις 18:00.



























