Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verwenden
01
χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ
Etwas für einen bestimmten Zweck benutzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
wende
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verwende
γ΄ ενικό πρόσωπο
verwendet
ενεστώτα μετοχή
verwendend
απλός αόριστος
verwendete
παθητική μετοχή
verwendet
Παραδείγματα
Dieses Wort wird im Alltag selten verwendet.
Αυτή η λέξη σπάνια χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή.



























