Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verweilen
01
παραμένω, καθυστερώ
Für eine gewisse Zeit an einem Ort bleiben, oft mit der Nuance des bewussten Verharrens oder Genießens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verweile
γ΄ ενικό πρόσωπο
verweilt
ενεστώτα μετοχή
verweilend
απλός αόριστος
verweilte
παθητική μετοχή
verweilt
Παραδείγματα
Gäste dürfen im Garten verweilen.
Οι επισκέπτες μπορούν να παραμείνουν στον κήπο.



























