verweilen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈvaɪ̯lən/

Ορισμός και σημασία του "verweilen"στα γερμανικά

verweilen
[past form: verweilte]
01

παραμένω, καθυστερώ

Für eine gewisse Zeit an einem Ort bleiben, oft mit der Nuance des bewussten Verharrens oder Genießens
verweilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verweile
γ΄ ενικό πρόσωπο
verweilt
ενεστώτα μετοχή
verweilend
απλός αόριστος
verweilte
παθητική μετοχή
verweilt
Παραδείγματα
Gäste dürfen im Garten verweilen.
Οι επισκέπτες μπορούν να παραμείνουν στον κήπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store