verurteilen
verurteilen
fɛɐ̯ʔʊʁtaɪ̯lɐn
feoortailn
verteilen

Ορισμός και σημασία του "verurteilen"στα γερμανικά

verurteilen
01

καταδικάζω, κρίνω

Eine Person oder Handlung offiziell für falsch oder schuldig erklären 
verurteilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
urteilen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verurteile
γ΄ ενικό πρόσωπο
verurteilt
ενεστώτα μετοχή
verurteilend
απλός αόριστος
verurteilte
παθητική μετοχή
verurteilt
Παραδείγματα
Das Gericht verurteilte den Täter zu fünf Jahren Gefängnis. 

Το δικαστήριο κατέδικασε τον ένοχο σε πέντε χρόνια φυλάκιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store