Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Versorgung
01
παροχή
Die Bereitstellung und Sicherstellung von notwendigen Gütern, Dienstleistungen oder Ressourcen für Personen oder Einrichtungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
versorgungen
γενική πτώση
versorgung
Παραδείγματα
Die Versorgung mit Trinkwasser ist gesichert.
Η παροχή πόσιμου νερού είναι εξασφαλισμένη.
LanGeek



























