Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versorgen
01
φροντίζω, περιθάλπω
Jemanden pflegen oder sich um dessen Bedürfnisse kümmern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
sorgen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
versorgt
ενεστώτα μετοχή
versorgend
απλός αόριστος
versorgte
παθητική μετοχή
versorgt
Παραδείγματα
Er versorgt seine alten Eltern zu Hause.
Αυτός φροντίζει τους ηλικιωμένους γονείς του στο σπίτι.
02
εφοδιάζω, προμηθεύω
Jemanden oder etwas mit notwendigen Dingen ausstatten
Παραδείγματα
Die Stadt versorgt die Schulen mit neuen Computern.
Η πόλη εξοπλίζει τα σχολεία με νέους υπολογιστές.



























