versinken
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈzɪŋkn̩/

Ορισμός και σημασία του "versinken"στα γερμανικά

versinken
[past form: versank]
01

βυθίζομαι, βουλιάζω

Tief in etwas hineingehen oder darin untergehen
versinken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
sinken
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
versinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
versinkt
ενεστώτα μετοχή
versinkend
απλός αόριστος
versank
παθητική μετοχή
versunken
Παραδείγματα
Das alte Gebäude versank im Sand der Wüste.
Το παλιό κτίριο βυθίστηκε στην άμμο της ερήμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store