Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versinken
[past form: versank]
01
βυθίζομαι, βουλιάζω
Tief in etwas hineingehen oder darin untergehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
sinken
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
versinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
versinkt
ενεστώτα μετοχή
versinkend
απλός αόριστος
versank
παθητική μετοχή
versunken
Παραδείγματα
Das alte Gebäude versank im Sand der Wüste.
Το παλιό κτίριο βυθίστηκε στην άμμο της ερήμου.



























