Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versetzen
01
μεταθέτω, μεταφέρω
Jemanden an einen anderen Arbeitsplatz oder Ort verschieben, oft aus organisatorischen oder gesundheitlichen Gründen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versetze
γ΄ ενικό πρόσωπο
versetzt
ενεστώτα μετοχή
versetzend
απλός αόριστος
versetzte
παθητική μετοχή
versetzt
Παραδείγματα
Die Lehrerin wurde an eine andere Schule versetzt.
Η δασκάλα μετατέθηκε σε άλλο σχολείο.



























