Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verschwendung
01
σπατάλη, σπατάληση
Die unnötige oder übermäßige Verwendung von Ressourcen, ohne sinnvollen Nutzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Verschwendung
πληθυντικός τύπος
Verschwendungen
Παραδείγματα
Diese Ausgaben sind reine Verschwendung von Steuergeldern.
Αυτές οι δαπάνες είναι καθαρή σπατάλη χρημάτων των φορολογουμένων.



























