Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschränken
[past form: verschränkte]
01
διασταυρώνω, πλέκω
Etwas überkreuzen oder ineinanderlegen, besonders Arme oder Beine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschränke
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschränkt
ενεστώτα μετοχή
verschränkend
απλός αόριστος
verschränkte
παθητική μετοχή
verschränkt
Παραδείγματα
Sie saß ruhig da und hatte die Beine verschränkt.
Καθόταν ήρεμα και είχε σταυρωμένα τα πόδια.



























