Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschmutzen
01
μολύνω, λεκιάζω
Etwas durch Schmutz, Abfälle oder schädliche Substanzen verunreinigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schmutzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschmutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschmutzt
ενεστώτα μετοχή
verschmutzend
απλός αόριστος
verschmutzte
παθητική μετοχή
verschmutzt
Παραδείγματα
Fabriken verschmutzen die Luft mit Abgasen.
Τα εργοστάσια μολύνουν τον αέρα με εκπομπές.



























