Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschieben
01
αναβάλλω
Etwas auf einen späteren Zeitpunkt legen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schieben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschiebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschiebt
ενεστώτα μετοχή
verschiebend
απλός αόριστος
verschob
παθητική μετοχή
verschoben
Παραδείγματα
Wegen Krankheit verschieben wir die Reise.
Λόγω ασθένειας, αναβάλλουμε το ταξίδι.



























