vernünftig
vernünftig
fɛɐ̯nʏnftɪk
fenunftik

Ορισμός και σημασία του "vernünftig"στα γερμανικά

vernünftig
01

λογικός, εύλογος

Auf Vernunft basierend 
vernünftig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vernünftigsten
συγκριτικός βαθμός
vernünftiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Entscheidung, Denken
Παραδείγματα
Das ist eine vernünftige Entscheidung. 

Αυτή είναι μια λογική απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store