Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vernichten
[past form: vernichtete]
01
καταστρέφω, εξοντώνω
Etwas vollständig zerstören oder unbrauchbar machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vernichte
γ΄ ενικό πρόσωπο
vernichtet
ενεστώτα μετοχή
vernichtend
απλός αόριστος
vernichtete
παθητική μετοχή
vernichtet
Παραδείγματα
Dieses Virus kann die Ernte vernichten.
Αυτός ο ιός μπορεί να καταστρέψει τη σοδειά.



























