der vermerk
vermerk
fɛɐ̯mɛʁk
femerk

Ορισμός και σημασία του "vermerk"στα γερμανικά

01

σημείωση, σχόλιο

Eine kurze Notiz oder Bemerkung zu einem Dokument 
der Vermerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vermerke
γενική πτώση
Vermerks
Παραδείγματα
Im Bericht steht ein wichtiger Vermerk. 

Στην έκθεση υπάρχει ένας σημαντικός vermerk.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store