Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermeiden
01
αποφεύγω, προλαμβάνω
Etwas bewusst nicht tun oder umgehen, um negative Folgen zu verhindern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
meiden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermeide
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermeidet
ενεστώτα μετοχή
vermeidend
απλός αόριστος
vermied
παθητική μετοχή
vermieden
Παραδείγματα
Vermeiden Sie bitte unnötige Kontakte!
Παρακαλώ αποφύγετε τις περιττές επαφές !



























