Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vermarkten
01
εμπορευματοποιώ, εισάγω στην αγορά
Ein Produkt oder eine Dienstleistung gezielt in den Markt einführen und verkaufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vermarkte
γ΄ ενικό πρόσωπο
vermarktet
ενεστώτα μετοχή
vermarktend
απλός αόριστος
vermarktete
παθητική μετοχή
vermarktet
Παραδείγματα
Wie kann man nachhaltige Mode erfolgreich vermarkten?
Πώς μπορεί να προωθηθεί με επιτυχία η βιώσιμη μόδα;
02
εμπορευματοποιώ, κερδοσκοπώ
Durch gezielte Werbemaßnahmen finanziellen Gewinn erzielen
Παραδείγματα
Wie kann man einen Blog erfolgreich vermarkten?
Πώς μπορεί κανείς να εμπορευματοποιήσει με επιτυχία ένα blog;



























