der verlust
verlust
fɛɐ̯lʊst
feloost

Ορισμός και σημασία του "verlust"στα γερμανικά

01

απώλεια, ζημιά

Das Verlieren von etwas oder jemandem 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verluste
γενική πτώση
Verlustes
Παραδείγματα
Der Verlust seines Geldes machte ihn traurig. 

Η απώλεια των χρημάτων του τον έκανε λυπημένο.

02

απώλεια, εξαφάνιση

Das Verschwinden oder Entgehen von etwas 
Παραδείγματα
Der Verlust seines Geldes war schlimm. 

Η απώλεια των χρημάτων του ήταν τρομερή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store