Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verlassen
01
αφήνω, εγκαταλείπω
Einen Ort oder eine Person zurücklassen und weggehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verlasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
verlässt
ενεστώτα μετοχή
verlassend
απλός αόριστος
verließ
παθητική μετοχή
verlassen
Παραδείγματα
Er verlässt seine Familie nie.
Αυτός ποτέ δεν αφήνει την οικογένειά του.
02
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
Jemandem oder etwas vertrauen
Παραδείγματα
Man sollte sich nicht nur auf das Glück verlassen.
Δεν πρέπει να βασίζεται κανείς μόνο στην τύχη.



























