Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhältnismäßig
01
σχετικά
Relativ, im Vergleich zu etwas anderem
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Das Auto ist verhältnismäßig günstig.
Το αυτοκίνητο είναι σχετικά φθηνό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
verhältnismäßig
verhältnis
mäßig



























