Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhältnismäßig
01
σχετικά
Relativ, im Vergleich zu etwas anderem
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Das Risiko ist verhältnismäßig gering.
Ο κίνδυνος είναι σχετικά χαμηλός.
Λεξικό Δέντρο
verhältnismäßig
verhältnis
mäßig



























