Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verhandlung
01
διαπραγμάτευση, συζήτηση
ein Gespräch oder Austausch zwischen Parteien, um eine Einigung zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Verhandlung
πληθυντικός τύπος
Verhandlungen
Παραδείγματα
Die Verhandlungen zwischen den beiden Firmen dauerten mehrere Tage.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο εταιρειών διήρκεσαν αρκετές ημέρες.
02
δίκη, ακροαματική διαδικασία
Eine offizielle Sitzung vor Gericht, in der ein Fall besprochen und entschieden wird
Παραδείγματα
Die Verhandlung beginnt um neun Uhr.
Η διαπραγμάτευση ξεκινά στις εννέα η ώρα.



























